Μια απρόσμενη συνάντηση
Στην πόλη του Αγρινίου ζει ένα αγοράκι 12 χρονών, ο Χριστόφορος, μαζί με τους γονείς του σε ένα διώροφο σπίτι. Στο πάνω πάτωμα ζει η γιαγιά του.Συχνά του αρέσει να πηγαίνει για να του πει τον βίο του αγίου του και για τη ζωή και τα θαύματα του Χριστού.
Οι οικογένειά του αγαπάει τον Χριστό και προσπαθεί να τηρεί το θέλημά Του. Εξομολογούνται τακτικά και κάνουν ό,τι μπορούν για να αγαπήσει το παιδί τους το Χριστό. Από μικρή ηλικία τού μαθαίνουν να προσεύχεται,να νηστεύει και του διαβάζουν τις παραβολές που έλεγε ο Χριστός στους μαθητές του. Έτσι ο μικρός Χριστόφορος αναπτύσσει τη φιλία του με τον Χριστό.
Ήρθε ο καιρός όμως ο Χριστόφορος να αφήσει το δημοτικό και να πάει στο γυμνάσιο. Λίγες μέρες πριν αρχίσει το σχολείο, πηγαίνει κάθε μέρα στη γιαγιά του, για να τον παρηγορήσει που θα έχανε τους παλιούς του φίλους . Η γιαγιά του τον καθησυχάζει πως θα βρει ακόμα καλύτερους φίλους, για αυτό ο Χριστόφορος σταματάει να είναι τόσο αγχωμένος.
Έφτασε η πρώτη μέρα στο σχολείο και ο Χριστόφορος πήγε έτοιμος να βρει φίλους. Τελικά κατάφερε να μπει σε μια παρέα παιδιών. Ήταν πολλά παιδιά και ο Χριστόφορος ήταν ο μικρότερος μαζί με ένα άλλο παιδί,τον Πέτρο. Γενικά δεν ήξερε αν αυτή η παρέα του ταίριαζε, όμως έμεινε για να το διαπιστώσει.
Μια Παρασκευή,μόλις γύρισε από το σχολείο, πήγε αμέσως στη γιαγιά του για να ζητήσει την συμβουλή της, γιατί είχαν κανονίσει να πάνε να φάνε με την παρέα του σε ένα εστιατόριο. Εκείνη του είπε πως πρέπει να υποστηρίξει την άποψή του, που είναι να νηστεύει κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, να προσπαθήσει να μην αρτηθεί και να μην ντραπεί για αυτό που πιστεύει. Της είπε πως θα προσπαθήσει να το κάνει και έφυγε.
Μόλις φτάσανε στο εστιατόριο, όλα τα παιδιά παράγγειλαν μπριζόλες και σουβλάκια εκτός από τον Χριστόφορο, που καθόταν και τους κοιτούσε. Ο Πέτρος τον ρώτησε:
-Xριστόφορε, εσύ γιατί δεν τρως; Mήπως κάνεις δίαιτα;
-Όχι Πέτρο, αλλά είναι Παρασκευή και της Παρασκευές συνηθίζω να νηστεύω, για να τιμήσω τα πάθη και τη σταύρωση του Χριστού.
-Έλα μωρέ,δε θα πάθεις και τίποτα αν αρτηθείς μία φορά!
-Μα…
-Έλα, μην μου τα χαλάς. Σήμερα που ήρθαμε εδώ, φάε!
-Καλά…Θα φάω, είπε ο Χριστόφορος χωρίς να έχει την συνείδησή του τελείως ήσυχη.
Μόλις τελείωσαν το φαγητό, ο Χριστόφορος δεν πήγε αμέσως στο σπίτι του. Περπατούσε άσκοπα και προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως δεν έκανε λάθος και πως δεν πειράζει. Ώσπου έπεσε πάνω σε έναν άνδρα, επειδή δεν έβλεπε μπροστά του..
Ο άνδρας τού φάνηκε γνωστός. Ήταν ψηλός και είχε μία αυστηρή και άγρια όψη. Αντίθετα όμως ήταν περιτριγυρισμένος από ένα λαμπρό φως.Ο Χριστόφορος σάστισε, αλλά ένιωθε ασφάλεια, παρ’ όλο που βρισκόταν μπροστά από έναν άγνωστο.
Ο άνδρας τού είπε:
-Χριστόφορε, δεν με γνωρίζεις;
-Πώς ξέρετε το όνομα μου, κύριε; είπε ακόμα πιο σαστισμένος.
-Επειδή μένεις στην πόλη μου και όποιος μένει στην πόλη μου τον ξέρω. Επίσης εγώ κάποιες φορές περπατάω στην πόλη και βοηθάω τους ανθρώπους που έχασαν το δρόμο τους. Μήπως έχασες και εσύ τον δρόμο σου σήμερα;
-Δεν ξέρω, αλλά νιώθω πως κουβαλάω ένα βάρος μέσα μου.
-Κι εγώ έχω κουβαλήσει βάρος. Ήταν ο Χριστός παιδάκι, αλλά ήταν τόσο βαρύς, επειδή κουβαλούσε όλες τις αμαρτίες του κόσμου. Εσύ τι νομίζεις ότι είναι αυτό το βάρος;
Ο Χριστόφορος τού διηγήθηκε την ιστορία με το εστιατόριο και ο άγιος τού είπε:
-Μη στενοχωριέσαι! Αφού κατάλαβες το λάθος σου,είμαι σίγουρος πως ξέρεις τι πρέπει να κάνεις! είπε ο άγιος και χάθηκε.
Την επόμενη κιόλας μέρα ο Χριστόφορος είπε στους φίλους του πως θα μείνει στην παρέα μόνο υπό έναν όρο: να σέβονται την επιλογή του. Τα παιδιά συμφώνησαν και έτσι δεν χώρισαν ποτέ. Ύστερα πήγε στην εκκλησία για να εξομολογηθεί και μόλις τελείωσε το μυστήριο, ένιωθε σαν αγγελούδι. Ήταν πολύ χαρούμενος που κατάλαβε το λάθος του και το διόρθωσε.
Μετά την εξομολόγηση πήγε αμέσως στο δωμάτιό του και άρχισε να ευγνωμονεί τον Θεό και τον άγιο του που τον βοήθησαν να καταλάβει το λάθος του.
Ύστερα από λίγη ώρα τού εμφανίστηκε ξανά ο άγιος Χριστόφορος και του είπε:
-Μπράβο, παιδί μου! Θα σου πω και κάτι, για να το θυμάσαι: <<Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ>>, είπε ο άγιος και χάθηκε, όπως την πρώτη φορά.
Πιο χαρούμενος δεν θα μπορούσε να είναι ο Χριστόφορος. Συλλάβισε την τελευταία φράση του αγίου:<< Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ>>.Αυτό ήταν το μάθημα που πήρε ο Χριστόφορος από όλη αυτή την ιστορία. Αυτό και κάτι ακόμα, ότι:<<Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΓΧΩΡΕΙ ΟΛΟΥΣ>>.
Μόλις μεγάλωσε, παντρεύτηκε μία ενάρετη κοπέλα, τηΣοφία,και έκαναν δύο παιδιά. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Τους μάθαινε για τον Χριστό, που γεννήθηκε από την Παναγία στην Βηθλεέμ και πως μόλις μεγάλωσε, έγινε διδάσκαλος για όλους τους ανθρώπους. Τους έλεγε επίσης ότι ανέβηκε πάνω στον σταυρό και πέθανε για τους ανθρώπους και ότι την τρίτη ημέρα έγινε η Ανάστασή Του. Ήταν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος του Θεού!
Αικατερίνη Μπαλωμένου, 10 ετών, Ε΄Δημοτικού, Αγρίνιο




