«Εγώ απλά ήρθα»
ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ – ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ
Σαν να κόπασε λίγο το κύμα. Το πλοίο ετοιμάζεται να σαλπάρει από την Ουρανούπολη με προορισμό το Άγιο Όρος. Η ταλαιπωρία των προσκυνητών, που ώρες αναμένουν να λυθεί το απαγορευτικό για να ξεκινήσουν το πολυπόθητο ταξίδι, δείχνει να φτάνει στο τέλος της. Κάποιοι στριμώχνονται στο χείλος της προβλήτας αδημονώντας να εισέλθουν στο πλοίο. Άλλοι κουβεντιάζουν σε πηγαδάκια, ανταλλάσσοντας εμπειρίες από προηγούμενες επισκέψεις.
Σε μια γωνιά απομονωμένος στέκεται και ο Δημήτρης, περισσότερο συνοφρυωμένος παρά χαρούμενος. Σκέφτεται να φύγει, να μην κάνει αυτό το ταξίδι, να γυρίσει πίσω. Kανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται στην Αθήνα, στο δωμάτιό του, μπροστά στα βιβλία του, να ετοιμάζεται για τις Πανελλήνιες, που κοντοζυγώνουν. Όμως, τα πράγματα ήρθαν αλλιώς. Από το Γυμνάσιο στις καταχρήσεις. Τσιγάρα, αλκοόλ, ναρκωτικά. Το ένα έφερνε το άλλο. Γήπεδο, φασαρίες, συμπλοκές. Από καιρό είχε υποσχεθεί στον εαυτό του και στους γύρω ότι στην Τρίτη Λυκείου θα ξεκόψει από όλα αυτά και θα αφοσιωθεί στο διάβασμα. Όμως, στην πράξη του φάνηκε βουνό, σελίδα δεν μπορεί να γυρίσει, τα γράμματα χοροπηδάνε. Ψάχνοντας διέξοδο βρέθηκε ένα πρωινό στο λιμάνι της Ουρανούπολης, υποψήφιος προσκυνητής στο Άγιο Όρος. Του είπαν ότι εκεί μπορεί να λυθούν όλα. Δεν κατάλαβε ποτέ το πως και το γιατί, αλλά είπε να το δοκιμάσει και αυτό.
Η φράση που κυριαρχεί μέσα του είναι: «Εγώ απλά ήρθα». Αυτό είναι, δεν έχει κάτι άλλο να δώσει. Άξαφνα υψώνεται μπροστά του επιβλητική η είσοδος του Μοναστηριού. Πάλι δεύτερες σκέψεις, πάλι λογισμοί να φύγει, αλλά και πάλι μια ιδιότυπη επιμονή: «Εγώ απλά ήρθα». Αυτή η φράση μόνιμη επωδός του. Ούτε να φύγει, ούτε όμως και βήμα παραπάνω.
Το απόγευμα ένα σμήνος από προσκυνητές περιμένουν καρτερικά τον Γέροντα. Άλλοι για Εξομολόγηση, άλλοι για μια συμβουλή, άλλοι για μια επικοινωνία. Ο Δημήτρης στην άλλη γωνιά της αυλής μόνος του. Κάποια στιγμή εμφανίζεται ο Γέροντας. Προσπερνάει όλους τους προσκυνητές που τον περιμένουν και κατευθύνεται στον Δημήτρη.
–Παλληκάρι μου, τι γυρεύεις εδώ;
–Απλά ήρθα.
–Βγες έξω από το μοναστήρι, άδειασε τη τσάντα σου από όλα αυτά τα βρόμικα που έχει μέσα και ξαναέλα.
Ο Δημήτρης τα έχασε. Χωρίς δεύτερη σκέψη όμως, χωρίς καμιά αναστολή πέταξε τις δύο δόσεις ναρκωτικών που είχε «για μια ώρα ανάγκης» και επέστρεψε αμέσως στον Γέροντα, που τον περίμενε.
–Δημήτρη, τώρα ναί, τώρα ήρθες στο μοναστήρι, ήρθες στο Άγιο Όρος, ήρθες στην αγκαλιά του Θεού. Να ετοιμαστείς και να έρθεις αύριο για Εξομολόγηση. Αυτή θα είναι η αφετηρία για μια καινούργια ζωή…
Αυτό ήταν! Ο Δημήτρης εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Με δάκρυα στα μάτια ετοιμάστηκε για τη μεγάλη συνάντηση. Και η ζωή του από τότε άλλαξε. Παραδόθηκε στην αγκαλιά του Θεού. Αρκούσε μόνο αυτή η αδιόρατη επιμονή του σε ένα ταξίδι, από το οποίο είχε ελάχιστες προσδοκίες, αλλά εν τέλει η καρποφορία ήταν μεγάλη.
Δαφνομίλης
Περιοδικό «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», Απρίλιος 2026




