Ο Χριστόφορος, ένας άγγελος επί της γης
Η Χάρη και η χαρά του να ζεις με ένα παιδί με διανοητική αναπηρία
Ήταν αρχές Δεκέμβρη του 2024. Ο Χριστόφορος είναι δώδεκα ετών. Πάει σε ένα “ειδικό σχολείο” που ονομάζεται “Στουπάθειο” και πάσχει από διανοητική αναπηρία. Ζει στα Καλάβρυτα μαζί με τους γονείς του και τα τρία αδέρφια του, που τον αγαπούν πολύ, αλλά εκείνος δεν αγαπά τον εαυτό του.
Τις προάλλες προσπαθούσε να κάνει έναν φίλο του να γελάσει κάνοντάς του μία πλάκα, αλλά ξεστόμισε κάποια λόγια που δεν ήξερε ότι θα πληγώσουν τον Γρηγόρη, κι έτσι ο Γρηγόρης πήγε τον Χριστόφορο στη διευθύντρια. Η διευθύντρια εξήγησε στον Γρηγόρη το πρόβλημα του Χριστόφορου και όλα λύθηκαν. Όμως, ο Χριστόφορος κλείστηκε στον εαυτό του πιο πολύ από ό,τι ήταν πριν και δεν μίλαγε σε κανέναν. Πολλοί άνθρωποι τού μιλούσαν, αλλά εκείνος δεν έβγαζε μιλιά.
Οι γονείς του το έβλεπαν αυτό και προσπαθούσαν να τον πείσουν να λέει τουλάχιστον ένα “γεια”, αλλά μάταια. Λίγο πριν κλείσουν τα σχολεία για Χριστούγεννα, είχε πάθει κατάθλιψη μεγάλου βαθμού. Κάθε μέρα έκλαιγε για ώρες και τα πλαντάγματα σπάραζαν τις καρδιές των γονιών του. Τα αδέρφια του δεν ήταν συγκεντρωμένα στο διάβασμά τους αλλά στον τρόπο επίλυσης του προβλήματος του Χριστόφορου.
Μέσα στην ταραχή της οικογένειας η μητέρα Ιωάννα βρήκε τη λύση στο πρόβλημα και αναφώνησε: “Η κυρία Ευτυχία, μόνο αυτή μπορεί να μας βοηθήσει”. Η κυρία Ευτυχία είναι μία κυρία στην πολυκατοικία που μένουν και αγαπάει πολύ τον Χριστόφορο. Οι επισκέψεις άρχισαν και είχαν καλό αλλά όχι άριστο αποτέλεσμα. Ο Χριστόφορος άρχισε να μιλάει, να πηγαίνει στο σχολείο και να μιλά με φίλους και συγγενείς. Επιτέλους οι γονείς του μπορούσαν να έχουν τη συνείδησή τους ήσυχη ότι το παιδί τους είναι καλύτερα.
Λίγες μέρες αργότερα χαρούμενες αντηχούσαν οι φωνές από το σπίτι της οικογένειας Ρήγα. Το στόλισμα του δέντρου, οι πρόβες για τα κάλαντα, το ψήσιμο των μπισκότων είχαν αρχίσει από νωρίς και όλοι ηλιοχαρείς στη σκέψη και στην ψυχή. Και ο Χριστόφορος μέσα στην τρελή χαρά, με τους παππούδες να τον πειράζουν∙ και έτσι οι μέρες περνούσαν. Το σχολείο έκλεισε και η παραμονή των Χριστουγέννων δεν άργησε να έρθει. Και τους βρήκε γύρω από το τζάκι με μια μεγάλη φωτιά, σαν να ήθελε να τους αγκαλιάσει.
Η ζεστή σοκολάτα με τα πέντε ζαχαρωτά γλύκανε λίγο την ψυχή τους και έδιωχνε τις έννοιες από το μυαλό τους. Το πρωί όλοι φόρεσαν τα καλά τους και έτρεξαν στην εκκλησία. Όταν ήρθε η ώρα να κοινωνήσουν, το παιδί πίσω από τον Χριστόφορο είδε ότι ο Χριστόφορος έχει αυτό το “πρόβλημα” και φοβήθηκε να κοινωνήσει, γιατί νόμιζε ότι μπορεί να κολλήσει κάποια αρρώστια. Αφού γύρισαν στο σπίτι, ο Χριστόφορος ρώτησε τη μητέρα του γιατί αυτό το παιδάκι το έκανε αυτό. Αλλά εκείνη δεν του απάντησε.
Οι ημέρες πέρασαν σαν το νερό του Αχελώου ποταμού. Και ο Χριστόφορος είχε αποκτήσει μία τεράστια αγάπη για το διάβασμα και για την δύναμη της γνώσης. Οι γονείς και τα αδέρφια του τον χάζευαν για ώρες, που προσπαθούσε να διαβάσει τις προτάσεις. Όμως, αυτό άρχισε ταυτόχρονα να τους ανησυχεί. Όλη μέρα διάβαζε, σε σημείο που δεν έφαγε για μία ολόκληρη μέρα. Την παραμονή πριν ανοίξουν τα σχολεία, δεν κοιμήθηκε για να διαβάσει τα Οικιακά, την Ιστορία και τη Γλώσσα.
Την επόμενη μέρα, στην τάξη η κυρία Δήμητρα, η δασκάλα του, τον χαιρέτησε και τον πήρε μια σφιχτή, μεγάλη αγκαλιά. Την ώρα των Καλλιτεχνικών έπεσε η κασετίνα του Μάξιμου στο πάτωμα. Τότε ο Χριστόφορος είπε στον Μάξιμο ότι έχει δέκα στυλούς στην κασετίνα του και όχι μόνο οκτώ που μόλις μάζεψε από κάτω. Ο Μάξιμος έμεινε με την απορία ”Πώς το ξέρεις, Χριστόφορε;”. Aυτό γινόταν συστηματικά στο σχολείο αλλά και στο σπίτι. Όλοι είχαν μείνει άφωνοι. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτό το φαινόμενο. Μόνο η μεγάλη αδερφή του Χριστόφορου, η Στεφανία, υποψιαζόταν κάτι.
Πολλοί έλεγαν πως απλώς τού άρεσε να διαβάζει. Όμως, οι περισσότεροι έλεγαν στους γονείς να κάνουν στο παιδί τους κάποιες πιο ειδικές εξετάσεις. Οι γονείς τούς άκουσαν και τον πήγαν. Ο γιατρός τούς απάντησε πως δεν είναι κάτι σοβαρό, αλλά είναι κάτι που το έχουν τα παιδιά με σύνδρομο down. Δηλαδή έχουν την ικανότητα να θυμούνται σχεδόν τα πάντα. Μερικά παιδιά στο σχολείο τον φώναζαν “φυτό”, αλλά για κάποιον περίεργο λόγο δεν τον πείραζε. Στις εργασίες έπαιρνε “άριστα” και όλοι οι δάσκαλοι ήταν πολύ ευχαριστημένοι μαζί του.
Ένα μεγάλο ” Δόξα τω Θεώ ” ακούστηκε από το στόμα της κυρίας Ιωάννας, όταν μετά από πολλούς κόπους, θυσίες και προσπάθειες να βελτιώσουν τη ζωή του, ο Χριστόφορος άρχισε να σταματά σιγά-σιγά να κάνει τον παντογνώστη και να γίνεται “φυσιολογικός” άνθρωπος. Τα μάτια όλων έλαμπαν, όταν έμαθαν ότι ο Χριστόφορος βελτιώθηκε σε αυτό το σημείο. Την Κυριακή 3 Μαρτίου η οικογένεια Ρήγα μπήκε στο θέατρο “Παλλάς”, για να παρακολουθήσει το musical “Αναστασία”. Στα παιδιά αυτά τους αρέσει παρά πολύ η μουσική.
Το musical εξιστορούσε τη ζωή μίας κοπέλας που από πριγκίπισσα Αναστασία Ρομανόφ έγινε μία απλή χωριατοπούλα. Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στον Χριστόφορο. Την στιγμή που η μικρή Αναστασία έκλαιγε, ο Χριστόφορος σαν κάτι να ένιωσε και μία βαθιά εκπνοή βγήκε από το μισάνοιχτο στόμα του. Την στιγμή που η παράσταση τελείωσε και όλοι οι ηθοποιοί βγήκαν στη σκηνή για την υπόκλιση, δύο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του Χριστόφορου. Στο μυαλό του οι σκέψεις, τα όνειρα και τα συναισθήματα κυλούσαν τόσο γρήγορα σαν καταρράκτης.
Την επόμενη μέρα ο Χριστόφορος παραπονιόταν ότι του πονούσε το κεφάλι του. Οι γονείς του το θεώρησαν κάτι φυσιολογικό, αφού την προηγούμενη μέρα είχε κουραστεί πολύ. Όμως, αυτό συνέχιζε για πολλές ημέρες και οι γονείς ανησύχησαν. Το παιδί είχε ανεβάσει πυρετό και τουρτούριζε από το κρύο. Η κυρία Ιωάννα θώρησε πως απλώς είναι ένα απλό κρύωμα και πως σε λίγες μέρες θα είναι περδίκι. Έτσι κι έγινε∙ το παιδί σε λίγες μέρες ήταν μια χαρά. Όλο χαρά ο Χριστόφορος, αφού έγινε καλά, αποφάσισε μαζί με τα αδέρφια του να διοργανώσουν μία μικρή παράσταση και να την παρουσιάσουν στους γονείς τους.
Σε λίγες μέρες η παράσταση ήταν έτοιμη. Η Στεφανία, αν και παιδί που πήγαινε Τρίτη Γυμνασίου, το είχε πάρει πολύ σοβαρά, σαν να έπαιζε τον πιο καλό ηθοποιό του κόσμου. Ο Άνθιμος, ο μικρός αδερφός του Χριστόφορου, προσπάθησε να δώσει τα εισιτήρια στους γονείς. “Ακόμα και τριών χρονών παιδί, φλέγεται για μια στιγμή με τα αδέρφια του”, είπε ο ο κύριος Ραφαήλ, ο πατέρας του Χριστόφορου. Η παράσταση είχε τίτλο “Μία επίσκεψη στην καθημερινότητα”. Στο τέλος ο κύριος και η κυρία Ρήγα χειροκρότησαν θερμά.
Τα βλέφαρα της Στεφανίας άνοιξαν, όταν το γλυκό χάδι της μητέρας της την χάιδεψε απαλά. Ήταν η ημέρα ” Φέρε τον αδερφό σου στο σχολείο”. Ο Χριστόφορος είχε ξυπνήσει από νωρίς. Με την κόκκινη τσάντα στο χέρι, η Στεφανία τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στο σχολείο και έπειτα στην τάξη της. Οι περισσότεροι στην τάξη της Στεφανίας αμέσως τον συμπάθησαν. Όμως, κάποιοι την κορόιδευαν για τον Χριστόφορο. Αυτό δεν πείραξε ιδιαίτερα την Στεφανία ούτε τον Χριστόφορο, γιατί ήταν συνηθισμένοι σε αυτά.
Στο σχολείο οι μαθητές έμαθαν πολλά για την αξία της οικογένειας με παιδιά που έχουν κάποια μορφή αναπηρίας. Στη συνέχεια μάζεψαν τα παιδιά του σχολείου που έχουν αδέρφια με κάποια αναπηρία διανοητική ή σωματική. Οι πληροφορίες που τους έμαθαν ήταν σημαντικές. Η Στεφανία έτσι γνώρισε καλύτερα τον αδελφό της και τον αγάπησε ακόμα περισσότερο. Ευτυχώς, όταν γύρισε στο αμφιθέατρο, βρήκε τον Χριστόφορο καλά. Για τα αδέρφια των παιδιών του σχολείου είχαν φτιάξει ένα πρόγραμμα γεμάτο παιχνίδια και χαρούμενες στιγμές.
Η Στεφανία, όταν γύρισε στο σπίτι, πληροφόρησε τους γονείς για αυτά που έμαθε στο σχολείο για τα παιδιά σαν τον Χριστόφορο. Η ομιλία της Στεφανίας άρχισε και ήταν ατελείωτη. “Είναι άνθρωποι με δικαιώματα. Εμείς μπορεί να δείχνουμε πως είμαστε καλύτεροι και πως είμαστε «κάποιοι», αλλά εκείνοι είναι πολύ καλύτεροι από εμάς. Είναι άγγελοι ουρανού επί γης. Όλη τη ζωή τους την περνούν μέσα στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα. Δεν είμαστε τίποτα μπροστά τους. Τους χρειαζόμαστε για να μας τραβήξουν στον Παράδεισο, αφού στην επίγεια ζωή μας τους υπηρετήσαμε. Για αυτό, πρέπει να τους αγαπάμε και να τους σεβόμαστε”. Αυτά είπε η Στεφανία και όλοι σιώπησαν.
Νεκταρία Δασουρά
Υ.Γ. Αφιερωμένο στη θεία μου Όλγα και στην οικογένειά μου.




