ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ: Η μάνα

– Οι Τσέτες[1]! Οι Τσέτες!

Ουρλιαχτό τρόμου απ’ άκρη σ’ άκρη στην Τσατάλτσα.

— Οι Τσέτες! Βγάτε στο βουνό, Χριστιανοί!

Χαλασμός στη μικρή κωμόπολη της επαρχίας Αμισού[2] στον Πόντο.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι φανατισμένοι εθνικιστές του Τοπάλ-Οσμάν έμπαιναν στην Τσατάλτσα. Ορκισμένοι εχθροί των Ελλήνων του Πόντου έπεφταν σα δαιμονισμένο λεφούσι στα γυναικόπαιδα. Έσφαζαν, ατίμωναν, βασάνιζαν, άρπαζαν κι έκαιγαν στο πέρασμά τους. Κι όσο έβλεπαν το αίμα το χριστιανικό να τρέχει, τόσο σκύλιαζαν κι άναβε μέσα τους άγρια η λαχτάρα για πιο φρικιαστικά βασανιστήρια, π’ ανθρώπου νους αδυνατεί να συλλάβει.

Τούτη τη φορά όμως, που οι τσέτες φάνηκαν από μακριά μέσα στον κάμπο, η επιδρομή έδειχνε να ᾽ναι η τελειωτική. Μέσα σε αλόγων κουρνιαχτό, με ξέφρενους καλπασμούς και βάρβαρες κραυγές ανέβαιναν προς το χωριό οι τσέτες.

— Οι Τσέτες! Στο βουνό! Γρήγορα στο βουνό!

Ανταριασμένοι τρέχανε οι Χριστιανοί προς το ύψωμα τ’ Αι-Γιώργη, που θα τους έβγαζε στη δασωμένη μεριά του βουνού.

Αλαφιασμένη όρμησε στην αυλή της κι η Ανατολή. Τρελή από την αγωνία αναζήτησε με τη ματιά της το οχτάχρονο βλαστάρι της, τον Ηρακλή της, που ’χε βγει από ώρα για παιχνίδι. Τ’ ανθρώπινο ποτάμι που έτρεχε, την παρέσυρε. Αθέλητα έτρεχε κι αυτή.

— Ηρακλή! Ηρακλή! έμπηξε φωνή απελπισίας η νέα γυναίκα. Μα τα λόγια της χάνονταν μέσα στα ουρλιαχτά του κόσμου.

— Πού είναι το παιδί, Παναγία μου;!… Ηρακλήηη!

Η καρδιά της νόμισε θα σπάσει.

Φτάσαν στον Αι-Γιώργη. Πίσω στον κάμπο οι Τσέτες πλησίαζαν. Κατακαημένη Πατρίδα! Ρημαγμένο κορμί του Πόντου! Σταυροκοπήθηκαν οι χωριανοί κι άρχισαν πάλι τρελό τρέξιμο.

— Τρέχα, Ανατολή! Τι κοιτάς; Πάει πια η Τσατάλτσα!

Μα πια τίποτα δεν ακούει. Κανέναν δεν βλέπει. Το βλέμμα της αγρίεψε. Της φάνηκε για μια στιγμή πως είδε το βλαστάρι της στα χέρια τους· πως, να, το χτυπούν και το δένουν στα καπούλια των αλόγων τους. Της φάνηκε πως άκουσε τον Ηρακλή της να φωνάζει «μάνα! μάνα, σώσε με!». Της φάνηκε πως…

Παραλογίζεται. Αλαλιασμένη παίρνει τον κατήφορο ουρλιάζοντας.

— Ηρακλή! Ηρακλή!

Τη βλέπουν οι χωριανοί, μα πού καιρός για χασομέρι. Οι Τσέτες καίνε κιόλας τα πρώτα σπίτια. Κι αυτή τρέχει πάνω τους.

Σε μια στιγμή κουλουριασμένο σ’ ένα χάλασμα δίπλα αντικρίζει το παιδί της. Τα γαλανά ματάκια κατακόκκινα απ’ το κλάμα την κοιτούν με απόγνωση. Ύαινα να ᾽ταν, δεν θα χυμούσε έτσι. Τον σφίγγει πάνω της.

— Πού ήσουν, μάνα; Ήρθαν οι Τσέτες!

— Τρέχα, Ηρακλή μου, και θα γλυτώσουμε.

— Θα μας πιάσουν, μάνα! Το μικρό κορμάκι τραντάζεται απ’ το τρέμουλο.

— Όχι, πουλί μου. Τρέχα!

Χουφτώνει το χέρι του παιδιού κι ανηφορίζει προς τον Αι-Γιώργη. Πίσω τους η Τσατάλτσα καίγεται.

— Παναγία μου, να προλάβουμε! Πιο γρήγορα, Ηρακλή!

Τα οχτάχρονα ποδαράκια αδυνατούν να φτάσουν της μάνας το γρήγορο τρέξιμο. Η καρδούλα του πα να σπάσει. Λαχανιασμένος, ιδρωμένος, ξέπνοος από το αγκομαχητό και την αγωνία σέρνεται κυριολεκτικά κρατημένος από το χέρι της. Να, φτάνουν στον Αι-Γιώργη.

Σε μια στιγμή κοιτάζει πίσω. Προσπαθεί κάτι να πει, μα η φωνούλα του πνίγεται. Δείχνει με το δάχτυλο. Οι Τσέτες τούς είδαν!

— Μάνα, ψιθυρίζει μισολιπόθυμος.

— Παναγία μου, σώσε μας! Χανόμαστε!

Ξωπίσω τους χυμούν δυό Τσέτες σπιρουνιάζοντας τ’ άλογα.

Κι η μάνα η Ανατολή κραυγή από τα σωθικά της βγάζει:

— Τρέχα, Παναγία! Μάνα είσαι κι εσύ. Γλύτωσέ μας!

Βλέπει μπροστά της σχισμή βράχου. Χώνει το παιδί. Μπαίνει η ίδια μπροστά και τραβά με το χέρι της ένα πουρναρόκλαδο για να καλυφθεί. Σπρώχνει το μικρό της πίσω.

Μια απαίσια σκέψη τη διαπερνά, καθώς αισθάνεται το σώμα του γιου της βαρύ πάνω στην πλάτη της.

— Λες;… Καλύτερα. Καλύτερα νεκρός ο Ηρακλής της παρά στα χέρια τους.

Τη λούζει κρύος ιδρώτας. Όμως μένει στητή πιέζοντας προς τα πίσω το παιδί. Ας περάσουν πάνω από το κορμί της. Ζωντανό δεν θα τους τον δώσει.

Οι στιγμές περνούν βασανιστικά. Οι δυο Τσέτες, που τους καταδίωκαν, βρίσκονται μπροστά της. Η Ανατολή τούς κοιτά κατάματα. Δεν δείχνουν, όμως, να τη βλέπουν. Γυρίζουν τα κεφάλια τους δεξιά, αριστερά. Την ψάχνουν; Παίζουν μαζί της; Όχι. Την κοιτούν, αλλά δεν την βλέπουν. Κρατά την αναπνοή της μπρος στο μυστήριο που ζει. Λίγα λεπτά ακόμη και το θαύμα ολοκληρώνεται. Οι Τσέτες βρίζοντας απομακρύνονται. Την έχασαν. Άνοιξε η γη και την κατάπιε.

Γύρω της αισθάνεται γαλήνη. Κάνει μισό βήμα μπρος. Ξεσφίγγει το παιδί. Βγαίνει σιγά σιγά από το βράχο. Γυρίζει πίσω κι ακούει τον Ηρακλή της.

— Μάνα μου, το στήθος μου πονά.

Τον παίρνει στην αγκαλιά της και τον ξαπλώνει στο χώμα.

— Ησύχασε, πουλί μου.

— Μάνα, πού είναι οι Τσέτες;

— Τους έδιωξε η Παναγία, ψυχή μου. Τους τύφλωσε και τους έδιωξε.

— Ήταν εδώ η Παναγία;

— Εδώ, Ηρακλή μου, την είδα!

Τ.Ο.Α.

[1] Τσέτες: Τούρκοι αντάρτες που έδρασαν εναντίον του ελληνικού στρατού κατά τη μικρασιατική εκστρατεία.

[2] Αμισός: Σαμψούντα.

 

«Πρός τή ΝΙΚΗ», Μάιος 2009

Μοιραστείτε το άρθρο:
Share on email
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on whatsapp
Share on linkedin
Share on skype
Share on print
Σχόλια:

Αφήστε μια απάντηση

Ένα κάθε μέρα

25 Οκτωβρίου 2020

Η ΟΔΗΓΗΤΡΑ ΠΑΝΑΓΙΑ

Με το γλυκό Σου τ’ όραμα χυθήκαμε στη μάχη ανίκητη, απροσμάχητη, πανίσχυρη Κυρά Και μας εχάρισες Εσύ τετράδιπλα φτερά...

(Γ. Βερίτης)

Τεύχος Π.τ.Ν. Αυγούστου - Σεπτεμβρίου 2020

Γίνε και εσύ συνδρομητής !

Πρόσφατες αναρτήσεις

Το συναξάρι της ημέρας

Φιλικές Ιστοσελίδες