Ποντιακά ανέκδοτα

 

  • Ο Κωστίκας κι ο Γιωρίκας εσέβαν σ’ αεροπλάνον

Ο Κωστίκας κι ο Γιωρίκας μπαίνουν για πρώτη φορά στο αεροπλάνο. Το αεροπλάνο βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση· κινδυνεύει να συντριβεί. Έντρομος ο Κωστίκας απευθύνεται στον Γιωρίκα:

—Γιώρικα, άκσον, άκσον ντο λένε! (άκουσε τι λένε).

—Ντο λένε, νέπε; (Τι λένε, καλέ;)

—Είπα σε. Α ρουζ (θα πέσει) το αεροπλάνο!

—Εσύ ντε χασες; Τ’ εμέτερον εν ; (Δικό μας είναι;). Αν ρουζ, ας ρουζ. Ούτε τ’ εμόν εν, ούτε τ’  εσόν! (Ούτε δικό μου είναι ούτε δικό σου).

 

  • «Μετάλλιον διασώσεως φουρκισμένων»

Είνας ερούξεν (έπεσε) σην θάλασσαν και τσαήζ (φωνάζει):

— Βοήθειαν! Βοήθειαν!

Ο Γιωρίκας πέραν στεκ (στέκεται μακριά) και τερείατον (τον βλέπει) και τσαήζ:

— Πονώ σε, αλλά κ’ επορώ (δεν μπορώ) να γλυτώνω σε εγώ, γιατί οπέρτς εδέκανέ με (μου δώσανε) το «μετάλλιον διασώσεως φουρκισμένων (πνιγμένων)». Οφέτος ας παίρετο κάποιος άλλος!

 

  • Το γράμμαν έψιλον

Έναν ημέραν είνας δέσκαλος δεκνίζ τον Γιάγκον το γράμμαν ε και ερώτησεν ατον:

— Αβούτο το ελέπς ντο εν’, Γιάγκον; (Αυτό το βλέπεις τι είναι, Γιάννη;).

— Ατό εν’ τό γράμμαν έψιλον, λέατον ο Γιάγκον.

Ο δέσκαλος εκλώθ (γυρίζει) το έψιλον ανάποδα και εποίκενα (το έκανε) τρία (3), και ξαν (ξανά) ρωτά τον Γιάγκον:

— Γιάγκον, αβούτο ελέπς ατο ατώρα ντο εν’;

— Έψιλον, απαντά ξαν ο Γιάγκον.

— Λάθος, λέατον ο δέσκαλος, κι έν’ (δεν είναι) έψιλον αλλά τρία.

Ο Γιάγκον πεισματών και υποστηρίζ ότι εν’ έψιλον και λέει σον δέσκαλον:

— Δέσκαλε, εγώ ή σην ανατολήν τερώ (κοιτώ) ή σην δύσην τερώ, ξαν ο Γιάγκον κι είμαι; (πάλι ο Γιάννης δεν είμαι;)

 

  • Ξύεται το κρασίν

Σο τραπέζ ο μικρόν ο Παναής κάτ θέλ να λέει σον κυρ’ ν ατ’ (στον πατέρα του):

— Ξάει μη λαλείς, μωρόπον (μη λες τίποτα, παιδάκι μου), λέατον ο κυρς ατ’ (του λέει ο πατέρας του). Τα παιδία καλατσεύνε απ’ υστερνέας (μιλούν, αφού τελειώσουν το φαγητό).

Ο μικρόν κ’ εκαλάτσεψεν (δεν μίλησε) και αφού εκούρτεψεν (κατάπιε) καλά καλά, ο κυρς ατ’ εἶπεν ατον:

— Άρ ατώρα καλάτσεψον. Ντο θέλτς να λες;

— Όνταν εκατήβα αφκά (κάτω) σο κελάρ, εγόμωσα την μάστραπαν κρασίν (γέμισα την κανατούλα με κρασί), αλλά κι ετσούπωσα (δεν έκλεισα) το τρυπίν και το κρασίν ατώρα ξύεται (χύνεται)! Πάτερα, ατόσον ώραν ευκερώθεν (άδειασε) το βαρέλ; Ντο λες;

 

Σαμψούς

 

«Πρός τή ΝΙΚΗ», Μάιος 2019

Μοιραστείτε το άρθρο:
Share on email
Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on whatsapp
Share on linkedin
Share on skype
Share on print
Σχόλια:

Αφήστε μια απάντηση

Ένα κάθε μέρα

21 Οκτωβρίου 2020

28η Οκτωβρίου 1940 - 80 χρόνια

«Με σθεναρή αντίσταση το έθνος μας δίδαξε στον κόσμο ότι δεν αξίζουν τίποτα τα σύνεργα του αφανισμού μπροστά στο μεγάλο όπλο που λέγεται ψυχή».

(Γεώργιος Βλάχος)

Τεύχος Π.τ.Ν. Αυγούστου - Σεπτεμβρίου 2020

Γίνε και εσύ συνδρομητής !

Πρόσφατες αναρτήσεις

Το συναξάρι της ημέρας

Φιλικές Ιστοσελίδες